Το μανιάτικο μοιρολόι (αφιέρωμα)

Σαν πνοή θερμού ανέμου, ζεστή ανάσα πάνω απ’ την καυτή γη, βουί”ζουν οι φωνές των γυναικών σαν αρχίζει να στήνεται το μοιρολόγι μπροστά στον Αϊ Γιάννη στην Κέρια. (Εργο της Alta Ann Parkins από το βιβλίο της «Εικόνες της Μάνης», εκδ. «Ελευθερουδάκη», 1971)
Το τραγούδι που αποδίδει και αγκαλιάζει τις τραγικές στιγμές του ανθρώπου 
Του Κυριάκου Κάσση Ποιητή, ζωγράφου 
ΣΕ ΚΑΘΕ ιδιαίτερη πολιτιστική παρουσία στο μωσαϊκό των εθνοτήτων της Γης υπάρχουν οι πυρήνες ιδιαιτερότητας της καθεμιάς, οι ειδικοί τόποι που αντιπροσωπεύουν το ιερόν και το άβατον
 
Για την Ελλάδα, με τη μεγαλύτερη πολιτιστική παρουσία στον κόσμο, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι χώροι της. Ένας από τους πρώτους είναι η Μάνη και η Λακωνική γενικά: πυρήνας και σύμβολο για ό,τι καθαρά ελληνικό, που μια διεισδυτική ματιά μπορεί να τη χαρακτηρίσει Ελλάδα της Ελλάδας. Σύμβολο της διαχρονικής ύπαρξης του Ελληνισμού για χιλιάδες χρόνια. 
 
Αμετακίνητη στις αρχέγονα ελληνικές αρετές. Μητέρα του προαιώνιου ελληνικού αδούλωτου πνεύματος, μήτρα ελληνισμού αμόλυντη από βάρβαρους και επιδερμικούς εντυπωσιασμούς, ανεπηρέαστη από βαρύγδουπες και βραχύχρονες κενοδοξίες. 
 
Ο λιτός τόπος που γέννησε και κωδικοποίησε το Ηθος και την Αρετή. Ο χώρος και οι κάτοικοι που ταυτίζονται με αιώνες ιστορίας και υψηλόφρονης αγάπης για την ελευθερία, «φυλάττοντας τις Θερμοπύλες» ανυποχώρητα. 
 
Ο τόπος της δωρικής αρχιτεκτονικής που γέννησε Παρθενώνες, του δωρικού μέλους που γέννησε την τραγωδία και το δημοτικό «τραγώδιον», και όλη τη χωρίς φληναφήματα καθαρή ελληνική σκέψη που εκφράστηκε πρακτικά και ζωντανά με το «λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν» και το «Οίμοι, άπαντες οι Ελληνες γιγνώσκουσι τα καλά, αλλά μόνοι οι Λακεδαιμόνιοι τα πράττουσι». Ο σεβασμός για τον γέροντα, για τον ανήμπορο, για τον ξένο. Ο απόλυτος αλτρουισμός και η υποχώρηση των ταπεινών ιδιοτελών διαθέσεων του ατόμου χάριν του συνόλου. Η δημοκρατία που γεννήθηκε, ακόμα και σαν όρος, εκεί. Ο,τι διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο, και ό,τι τον καταξιώνει σαν Ανθρωπο. 
Κληρονομιά πνεύματος 
 
Αυτά είναι η κληρονομιά που άφησε το πνεύμα και η καθημερινή απλότητα των Λακώνων στον Ελληνισμό και σ’ όλο τον κόσμο. «Τ’ ανθρώπου το φιλότιμο αξίζει. .. Το κρέα του βρωμά! … », λέει μια παροιμία τους χωρίς ηλικία, παλιότερη απ’ τον Λεωνίδα και τον Αγησίλαο, απ’ τον Λυκούργο και τον Ζάλευκο … 
 
Το πνεύμα των Ελλήνων που δίκαζαν για βαρύ κρίμα μόνο σε ανοιχτό χώρο και με ηλιοφάνεια και η ποινή της φυλάκισης, εξόν την προφυλάκιση, τους ήταν αδιανόητη. Η μεγαλοψυχία ακόμα και κατά τη μάχη: «Τους πολεμίους φεύγοντας μη διώκετε». Ψυχή και πνεύμα που μπορεί σε κάθε περίσταση να εξαρθεί πάνω από μικρότητες. 
 
Και ποιο είναι το εκφραστικότερο αντικαθρέφτισμα της ελληνικής ψυχής, άλλο απ’ το δημοτικό τραγούδι; Αν ο Ελληνας πρέπει να ευχαριστεί το Δημιουργό του που του ‘δωσε τη ζωή, για το δεύτερο που πρέπει να τον ευχαριστεί είναι για τη γλώσσα και το δημοτικό τραγούδι που του ‘δωσε. 
 
Η χαρά κι ο πόνος, η αγάπη, η νοσταλγία του ξενιτεμένου εκφράζονται με το τραγούδι έτσι που πολλές βιβλιοθήκες πεζολογίας δεν μπορούν να εκφράσουν. Απ’ το «μοιρολόι του Νεκρού αδελφού» ώς το «Μαντήλι καλαματιανό» (=παλιό μανιάτικο τραγούδι για τους φτωχούς ξενιτεμένους Μανιάτες που ξενοδούλευαν στα μπαμπάκια της Μεσσήνης) εκατοντάδες είναι τα τραγούδια της «τραγουδομάννας» Πελοποννήσου που κυκλοφορούν στον Ελληνισμό. 
 
Κάποιοι είπαν πως η Μάνη δεν έχει τραγούδια, κρίνοντας από τα τελευταία χρόνια που σπάνιαα γίνονται γάμοι, γιορτές ή πανηγύρια στη Μάνη έτσι που αραίωσε ο πληθυσμός. Αλλά η αλήθεια είναι ότι γίνονταν δεκάδες πανηγύρια παλιότερα … 
 
 
Ο εσώτερος εαυτός 
 
 
 
Κατωπαγγιάτισσες μοιρολογίστρες. Αυστηρά πρόσωπα και φλογερά μάτια. Κουβεντιάζουν τραγουδιστά με τους νεκρούς και τους καλούν προστακτικά, ν’ ανέβουν από τον Αδη και να τους αποκριθούν στις μεγάλες απορίες της ζωής.
εσώτερο εαυτό τους κι αυτό είναι το μοιρολόι. 
 
 
 
Αλλά μετά την απελευθέρωση και άλλων ελληνικών τόπων μετέφεραν τα τραγούδια τους παντού, κρατώντας μόνο ένα είδος, το αρχαϊκότερο και σοβαρότερο, που αφορά τον εσώτερο εαυτό τους κι αυτό είναι το μοιρολόι. 
 
Ξεχωρίζω απ’ αρχής για αποφυγή συγχύσεων: άλλο το μοιρολόι που είναι αποκλειστικά θρηνητικό κι άλλο το τραγουδομοιρολόι. Αν και το δεύτερο έχει γενεσιουργό πυρήνα το πρώτο και σπάνια ποιείται αυτόνομο, έχουν διαφορά. Γιατί το τραγουδομοιρολόι είναι τραγούδι. Λέγεται σε γλέντι και μάλιστα στο τέλος που βγαίνει ο εσώτερος ψυχικός κόσμος στην «επιφάνεια», η ηδυπάθεια που υπάρχει καταχωνιασμένη στην ψυχή του. 
 
Οντας βαρύ και άκρως σοβαρό, έχοντας τα ατόφια μανιάτικα γνωρίσματα (την ανόθευτη αρχαϊκή γλώσσα, το πανάρχαιο ιαμβικό μέτρο, τον μακρόσυρτο τόνο), ανήκει στα εντελώς ιδιαίτερα πράγματα του Μανιάτη. Δεν είναι για το ευρύ κοινό. 
 
Αν το μοιρολόι του θρήνου είναι έκρηξη ψυχής, για τη συγκεκριμένη λύπη, το τραγουδομοιρόλοϊ δεν είναι έκρηξη, αλλά «αναλίγωμα» του εσώτερου πόνου, του «καημού» που είναι διάχυτα σε όλα τα ελληνικά τραγούδια λίγο-πολύ, σε παλιά και σε νέα, σε δηλωτικά και «λαϊκά», ακόμα και σε νανουρίσματα και υμέναια (βλ. τα βιβλία μου «Μοιρολόγια Μ. Μάνης και «Τραγούδια Ν. Πελοποννήσου»). Γι’ αυτό η θεματολογία των μοιρολογιών είναι πολυποίκιλη. Προτιμώνται όμως όσα έχουν θέμα με εσωτερικό νόημα και μορφή άψογη μες στον λιτό πλούτο της, έτσι που να «διδάσκει ποιητικά τα ανθρώπινα», απ’ το πάθος ώς την ηθογραφία και την κοινωνιολογία. Οπως αυτό του Δήμου (1900): 
 
Όντα επρωτοκακούργησε ο Δήμος το καλό παιδί ήτανε δεκοχτώ χρονού 
 
και έκαμε χρόνους δεκατρείς στα κάγκελα τη φυλακής. Κι απ’ όντε έσωσ’ η ποινή και βγήκε από τη φυλακή -Δήμο, ν’ αφήσειςτ’ άρματα, να παρατήσεις τα κακά. 
 
Γιατί έκαμες πολλούς οχτρούς στη γ Κοίτα και στου Καλονιούς.
 
Απ’ αφρομή των εκλογώ καλαμπαλίκι τη ρουγός ο Δήμος πούχε φαντασμό
 
απά στο μ πύργο ανέβηκε και κρόει μία ντουφεκιά. 
 
Το Γιάννη τον εσκότωσε 
 
το Γιάννη το μελιγαλά. 
 
Και ξαναγιόμωσε το γκρα και κρόει κι άλλη ντουφεκιά τον αστυνόμο ελάβωσε 
 
το ‘να του χέρι τούκοψε. Τον άφησε σημαϊδιακό 
 
να βρέσκεται θυμητικό 
 
σ’ όλο του το παππουδικό. Κι έδωσε μία κι έφυγε 
 
και εϊδιάη απάνου στα βουνά. Κι ο οργισμένος ο παπάς 
 
απά στο μ πύργο ανέβηκε 
 
και τράβιζε τα γένεια του: 
 
– Αμ πού είστε τα παιδιά μου; παιδία μου κι ανήπχια μου. Ολα να μ’ αγροικήσετε 
 
κι όλα το γκρα να πάρετε 
 
το Δημο να σκοτώσετε 
 
το Γιάννη να δικηώσετε. 
 
Ο Δήμος πάει στο Βουνί 
 
με δίχως νάχει ξεβγαρτή 
 
Α(ν) δεν τονε σκοτώστε 
 
το Δήμο του Τζανιάουνε 
 
τη γ κατάρα μου νάχετε! Πέντε γαϊδιάροι μουσουλοί στου Ντεβερίκο το καμπί: εκάμασι γεροντική 
 
ποίονε να σκοτώσουσι 
 
το Δήμο νη το Γκηταρά. 
 
– Το Δήμο το μ παλληκαρά. Τι α(ν) μείνει ο Δήμος στη ζωή δεν έχομε αναβουή. 
 
Τι ο Γκηταράς α(ν) σκοτωθεί με δέκα θε να δικηωθεί. Ζούστησα και αρματώθησα ο Λίας με το Θοδωρή 
 
και του παπά οι δύο γιοι 
 
και εϊδιάησα απάνου στο Βουνί και κει χωσία εστήσασι. 
 
Να σου κι ο Δήμος κι έρχεται μαζί με τη γυναίκα του. 
 
Καβάλλα στο μουλάρι του ξοπίζου το ζευγάρι του. 
 
Ξεζούστη τη λουρίδα του 
 
και εξαζαλώθηκε το γκρα. 
 
– Πάρε, γυναίκα, τ’ άρματα και κρέμασό τα αψηλά εφτού στην αγριογκοριτσά. 
 
Άστραψε η πρώτη μπαταϊριά 
 
το Δήμο ελαβώσασι. 
 
– Φέρε, γυναίκα, τ’ άρματα να ντούνε πέσου από κοντά. Οτι που έπχιασε το γκρα άστραψ’ η άλλη μπαταϊριά το πήρε κατακέφαλα. 
 
Το Δήμο εσκοτώσασι 
 
το Γιάννη εδικηώσασι.] 
 
 
Εκφράζεται η περηφάνεια, το πάθος της εκδίκησης, το έθιμο της Γεροντικής και η λύση: «δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», 
 
Όπως η «Ιφιγένεια εν Ταύροις» διηγείται τ’ όνειρο της: πώς έγινε σεισμός στο σπίτι της στο Αργος κι όλα γκρεμίστηκαν εξόν από μια κολώνα που έμεινε όρθια και την ταυτίζει με τον Ορέστη. Ετσι και η Κυριακή Μπουρδάκου – Γρηγορακάκη, αγράμματη, αφού ύστερα από επιδημία είχε, πριν χρόνια, χάσει τα αδέλφια και τη μάννα της, το 1930 πεθαίνει κι ο πατέρας της αφήνοντάς την πεντάρφανη. 
 
Τη νύχτα την εχτεσινή αναταράχτηκεν η γης 
 
κι εγίνηκ’ ανακύληση 
 
στο σπίτι του πατέρα μου τα θέμελια είχαν κλονιστεί μα τώρα πάει κι η σκεπή. 
 
Φύσηξ’ ένας Ντελή Βοριάς και πήρε στάρι κι άχιουρα και τίποτα δεν άφηκε. 
 
Μόν’ (έ)να κουκάκι αγριοφακή πόναι φαρμάκι κι αλοή: 
 
Τη μαυρισμένη Κυϊριακή που κάλλια ήτα να μη ζει. 
 
Οπως όλη η μανιάτικη ψυχοσύνθεση και κουλτούρα είναι πρωτογενής κι αρχέγονη για ό,τι ελληνικό, έτσι και στα μοιρολόγια, η ποίηση βρίσκεται εν σπέρματι και εν δυνάμει για να παραχθεί, μετά από κάποιο στάδιο λαϊκής επεξεργασίας, ένα δημοτικό τραγούδι που μπορεί γρήγορα να γίνει πανελλήνιο. Γιατί το 8σύλλαβο μανιάτικο μοιρολόι μεταποιείται ευκολότατα στον νεώτερο σε μορφή δεκαπεντασύλλαβο, όταν από 2 στίχους (8+8=16) αφαιρέσουμε τον τελευταίο πόδα. 
 
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο αισθητικός πυρήνας που γέννησε το δημοτικό τραγούδι στην πιο πανελλήνια μορφή του, τον δεκαπεντασύλλαβο, επιβιώνει στη Μάνη στην αρχέγονη μορφή του, όπως επιβίωσαν και τόσα άλλα αρχαϊκά πολιτιστικά και κοινωνικά φαινόμενα στον άγιο αυτό τόπο. 
 
 
 
Πηγή της νεοελληνικής τραγωδiας 
 
Του Στρατή Μυριβήλη 
 
… Ο ΤΟΠΟΣ αυτός είναι η αμάλαγη πηγή της νεοελληνικής τραγωδίας. Και η νεοελληνική θεατρική τέχνη την αγνοεί. Εκεί παρευρέθηκα στο ανατριχιαστικό μοιρολόι που είναι ο πιο υψηλός κομμός. 
 
Είδα αυτή την τρομερή, τη στενή ανταπόκριση των ανθρώπων που πέθαναν, και όμως από κει κάτου, από τον ασφοδελόν λειμώνα που είναι το βασίλειο των σκιών, κινούν τη μοίρα και τα πάθη των ζωντανών, και κατευθύνουν τις πράξεις και τους στοχασμούς τους με τον αδιάσειστο νόμο της μοίρας και της Νεμέσε- 
 
ως, που κυβερνά την αρχαία τραγωδία. 
 
Ακουσα τις γυναίκες της Μάνης, με κείνα τα αυστηρά πρόσωπα και τα φλογερά μάτια, να κουβεντιάζουν τραγουδιστά με τους νεκρούς, να χτυπούν με τη σκληρή παλάμη τους το χορταριασμένο χώμα των τάφων και να τους καλούν παρακαλεστικά, να τους καλούν προσταχτικά, ν’ ανέβουν από τον Αδη και να τους αποκριθούν στις μεγάλες απορίες της ζωής, όπως ο χορός των Περσών στη σκηνοθεσία του Ροντήρη. 
 
Και θυμήθηκα με οίκτο τους Αθηναίους δραματογράφους, που επιχείρησαν να γράψουν τραγω- 
 
δία και ν’ ανεβάσουν χορό γυναικών, χωρίς να πάνε πρώτα να ζήσουν ανάμεσα σ’ αυτόν τον ελληνόκοσμο, που τα στοιχεία της τραγωδίας είναι ακόμα ολοζώντανα στοιχεία της κοινωνικής τους ζωής και της καθημερινής του σχέσεως με τη μοίρα και με το θάνατο, με την αγάπη και με το χρέος. Και με το μίσος. 
 
Με το μίσος το Μανιάτικο, που δεν στομώνει παρά μονάχα σαν πέσει ένοπλο το χέρι της Νεμέσεως( … ). 
 
(Απόσπασμα από το ταξιδιωτικό «Τα καπούλια του λιονταριού» που περιλαμβάνεται στο έργο του συγγραφέα «Απ’ την Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία»).  
Πηγή: http://manivoice.gr/