Monthly Archives: September 2016

Άγιος Καλλίστρατος και οι σαράντα εννέα Μάρτυρες

272

 

Ο Άγιος Καλλίστρατος έζησε επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284 – 304 μ.Χ.). Καταγόταν από ευσεβή οικογένεια Καρχηδονίων, με προσήλωση στις ηθικές αρχές και τις παραδόσεις του Χριστιανισμού.

Με την ενηλικίωση του, υπηρέτησε στον Ρωμαϊκό στρατό, όπου διακρίθηκε για την ευσέβεια του. Η βαθιά προσήλωση του στον Τριαδικό Θεό υπήρξε αιτία για τον σκληρό βασανισμό του. Η θαυματουργή διάσωση του Αγίου Καλλιστράτου από την θάλασσα, όπου τον έριξαν δεμένο οι βασανιστές του, προκάλεσε την μεταστροφή 49 Ρωμαίων στρατιωτών στον Χριστιανισμό. Αυτοί ήθλησαν δι’ αποκεφαλισμού, μαζί με τον Άγιο Καλλίστρατο και τιμώνται εξίσου ως μάρτυρες. 

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. 
Τῷ θείῳ Πνεύματι, περιφραξάμενος, Μάρτυς Καλλίστρατε, λαμπρῶς ἠρίστευσας, καταβολῶν τὸν δυσμενῆ, σοφία τῶν σῶν ἀγώνων ὅθεν καὶ προσήγαγες, τῷ Χριστῷ ὡς θυμίαμα, δῆμον παναοίδιμον, Ἀθλητῶν πιστευσάντων σοί, μεθ’ ὧν ὑπὲρ ἠμῶν ἐκδυσώπει, τῶν εὐφημούντων σὲ ἐν ὕμνοις.

27 Σεπτεμβρίου: Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια (1831)

kapodistrias

http://www.imerodromos.gr/

Η δυσαρέσκεια των πολιτικών παραγόντων από την πολιτική του Καποδίστρια άρχισε να μορφοποιείται σε οργανωμένη αντιπολιτευτική δράση ιδίως μετά τη Δ’ Εθνοσυνέλευση (καλοκαίρι 1829). Στην εθνοσυνέλευση αυτή επιβεβαιώθηκαν η αναστολή του συντάγματος, η κατάργηση της Βουλής και η συγκέντρωση όλων των εξουσιών στον Κυβερνήτη. Με άλλα λόγια, επιβεβαιώθηκε η περιθωριοποίηση των πολιτικών φατριών που έως τότε κυριαρχούσαν διαδοχικά στην πολιτική ζωή. Παρότι ο Καποδίστριας φάνηκε στην αρχή να τηρεί προς όλους ουδέτερη και δύσπιστη στάση, σταδιακά προσέγγισε τον Κολοκοτρώνη και τη φατρία του, που πλαισίωσαν την ηγετική ομάδα η οποία είχε ήδη συγκροτηθεί από συγγενείς και ανθρώπους της εμπιστοσύνης του Κυβερνήτη. Η προσέγγιση αυτή οδήγησε σταδιακά στη δημιουργία ενός “καποδιστριακού” ή, αλλιώς “κυβερνητικού” πολιτικού σχηματισμού, ενόσο οι κατακερματισμένες ομάδες της αντιπολίτευσης συσπειρώνονταν και συντόνιζαν τη δράση τους. Παρόμοια, αν και αρχικά προσπάθησε να αποτινάξει τη φήμη του ρωσόφιλου, η πρόσδεσή του στη Ρωσία γινόταν ολοένα και ισχυρότερη, ενόσω οι πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας τηρούσαν ουδέτερη στάση ή προσέγγιζαν την αντιπολίτευση.

foto20

Πηγή εικόνας: www.kapodistrias.info

Η Ύδρα και η Μάνη αποτέλεσαν τα σημαντικότερα κέντρα της αντιπολίτευσης και από τις αρχές του 1830 η εξουσία του Κυβερνήτη ήταν εκεί μάλλον τυπική. Περιοχές με προνομιακό οικονομικό και διοικητικό καθεστώς τόσο κατά την Οθωμανική περίοδο όσο και στη διάρκεια της επανάστασης αποτέλεσαν πηγή έντασης και στασιαστικών κινημάτων. Η Μάνη, προπύργιο της οικογένειας Μαυρομιχάλη, βρισκόταν διαρκώς σε κατάσταση αναταραχής από την άνοιξη του 1830. Σημειώθηκαν αρκετές εξεγέρσεις, με σημαντικότερη εκείνη του καλοκαιριού του 1831, οπότε καταλήφθηκε η Καλαμάτα. Το κίνημά τους ήταν μάλλον “παραδοσιακό”, με την έννοια ότι στόχευε στη διατήρηση των ιδιαίτερων προνομίων της περιοχής. Παρόμοιες αιτίες θα οδηγήσουν τους Μανιάτες στην πρώτη ένοπλη εξέγερση που σημειώθηκε στη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα (1834). Στην Ύδρα, όπου κυριαρχούσε η οικογένεια Κουντουριώτη, είχαν συγκεντρωθεί οι μοραΐτες και οι νησιώτες πρόκριτοι καθώς και ο Αλ. Μαυροκορδάτος. H αντιπολιτευτική τους κίνηση προσανατολιζόταν, στην αρχή τουλάχιστον, στην ανατροπή της καποδιστριακής πολιτικής με την περιστολή των εξουσιών του Κυβερνήτη και την υπαγωγή του σε συνταγματικό έλεγχο. Ακραία εκδήλωση των “συνταγματικών” υπήρξε η κατάληψη του ναύσταθμου στον Πόρο από το Μιαούλη και η πυρπόληση μέρους του ελληνικού στόλου το καλοκαίρι του 1831. Με τους “συνταγματικούς” συμπορευόταν και ο Ι. Κωλέττης, στον οποίο αποδίδεται το περιορισμένης έκτασης στρατιωτικό κίνημα του Τσάμη Καρατάσου στην Α. Στερεά το καλοκαίρι του 1830. Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 στο Νάυπλιο από δυο μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη επέτεινε την ένταση και κλιμάκωσε την αντιπαράθεση. Οι δύο πλευρές επιδόθηκαν σ’ ένα νέο γύρο ένοπλων συγκρούσεων που τερματίστηκαν τις παραμονές της άφιξης του Όθωνα και των μελών της Αντιβασιλείας τον Ιανουάριο του 1833.

Πηγή: http://www.ime.gr/

Γιώργος Σεφέρης, Άρνηση

39600-viewom

Πηγή: www.feelgreece.com

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι.
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της..
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε την ζωή μας.• λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

Το μανιάτικο μοιρολόι (αφιέρωμα)

Σαν πνοή θερμού ανέμου, ζεστή ανάσα πάνω απ’ την καυτή γη, βουί”ζουν οι φωνές των γυναικών σαν αρχίζει να στήνεται το μοιρολόγι μπροστά στον Αϊ Γιάννη στην Κέρια. (Εργο της Alta Ann Parkins από το βιβλίο της «Εικόνες της Μάνης», εκδ. «Ελευθερουδάκη», 1971)
Το τραγούδι που αποδίδει και αγκαλιάζει τις τραγικές στιγμές του ανθρώπου 
Του Κυριάκου Κάσση Ποιητή, ζωγράφου 
ΣΕ ΚΑΘΕ ιδιαίτερη πολιτιστική παρουσία στο μωσαϊκό των εθνοτήτων της Γης υπάρχουν οι πυρήνες ιδιαιτερότητας της καθεμιάς, οι ειδικοί τόποι που αντιπροσωπεύουν το ιερόν και το άβατον
 
Για την Ελλάδα, με τη μεγαλύτερη πολιτιστική παρουσία στον κόσμο, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι χώροι της. Ένας από τους πρώτους είναι η Μάνη και η Λακωνική γενικά: πυρήνας και σύμβολο για ό,τι καθαρά ελληνικό, που μια διεισδυτική ματιά μπορεί να τη χαρακτηρίσει Ελλάδα της Ελλάδας. Σύμβολο της διαχρονικής ύπαρξης του Ελληνισμού για χιλιάδες χρόνια. 
 
Αμετακίνητη στις αρχέγονα ελληνικές αρετές. Μητέρα του προαιώνιου ελληνικού αδούλωτου πνεύματος, μήτρα ελληνισμού αμόλυντη από βάρβαρους και επιδερμικούς εντυπωσιασμούς, ανεπηρέαστη από βαρύγδουπες και βραχύχρονες κενοδοξίες. 
 
Ο λιτός τόπος που γέννησε και κωδικοποίησε το Ηθος και την Αρετή. Ο χώρος και οι κάτοικοι που ταυτίζονται με αιώνες ιστορίας και υψηλόφρονης αγάπης για την ελευθερία, «φυλάττοντας τις Θερμοπύλες» ανυποχώρητα. 
 
Ο τόπος της δωρικής αρχιτεκτονικής που γέννησε Παρθενώνες, του δωρικού μέλους που γέννησε την τραγωδία και το δημοτικό «τραγώδιον», και όλη τη χωρίς φληναφήματα καθαρή ελληνική σκέψη που εκφράστηκε πρακτικά και ζωντανά με το «λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν» και το «Οίμοι, άπαντες οι Ελληνες γιγνώσκουσι τα καλά, αλλά μόνοι οι Λακεδαιμόνιοι τα πράττουσι». Ο σεβασμός για τον γέροντα, για τον ανήμπορο, για τον ξένο. Ο απόλυτος αλτρουισμός και η υποχώρηση των ταπεινών ιδιοτελών διαθέσεων του ατόμου χάριν του συνόλου. Η δημοκρατία που γεννήθηκε, ακόμα και σαν όρος, εκεί. Ο,τι διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο, και ό,τι τον καταξιώνει σαν Ανθρωπο. 
Κληρονομιά πνεύματος 
 
Αυτά είναι η κληρονομιά που άφησε το πνεύμα και η καθημερινή απλότητα των Λακώνων στον Ελληνισμό και σ’ όλο τον κόσμο. «Τ’ ανθρώπου το φιλότιμο αξίζει. .. Το κρέα του βρωμά! … », λέει μια παροιμία τους χωρίς ηλικία, παλιότερη απ’ τον Λεωνίδα και τον Αγησίλαο, απ’ τον Λυκούργο και τον Ζάλευκο … 
 
Το πνεύμα των Ελλήνων που δίκαζαν για βαρύ κρίμα μόνο σε ανοιχτό χώρο και με ηλιοφάνεια και η ποινή της φυλάκισης, εξόν την προφυλάκιση, τους ήταν αδιανόητη. Η μεγαλοψυχία ακόμα και κατά τη μάχη: «Τους πολεμίους φεύγοντας μη διώκετε». Ψυχή και πνεύμα που μπορεί σε κάθε περίσταση να εξαρθεί πάνω από μικρότητες. 
 
Και ποιο είναι το εκφραστικότερο αντικαθρέφτισμα της ελληνικής ψυχής, άλλο απ’ το δημοτικό τραγούδι; Αν ο Ελληνας πρέπει να ευχαριστεί το Δημιουργό του που του ‘δωσε τη ζωή, για το δεύτερο που πρέπει να τον ευχαριστεί είναι για τη γλώσσα και το δημοτικό τραγούδι που του ‘δωσε. 
 
Η χαρά κι ο πόνος, η αγάπη, η νοσταλγία του ξενιτεμένου εκφράζονται με το τραγούδι έτσι που πολλές βιβλιοθήκες πεζολογίας δεν μπορούν να εκφράσουν. Απ’ το «μοιρολόι του Νεκρού αδελφού» ώς το «Μαντήλι καλαματιανό» (=παλιό μανιάτικο τραγούδι για τους φτωχούς ξενιτεμένους Μανιάτες που ξενοδούλευαν στα μπαμπάκια της Μεσσήνης) εκατοντάδες είναι τα τραγούδια της «τραγουδομάννας» Πελοποννήσου που κυκλοφορούν στον Ελληνισμό. 
 
Κάποιοι είπαν πως η Μάνη δεν έχει τραγούδια, κρίνοντας από τα τελευταία χρόνια που σπάνιαα γίνονται γάμοι, γιορτές ή πανηγύρια στη Μάνη έτσι που αραίωσε ο πληθυσμός. Αλλά η αλήθεια είναι ότι γίνονταν δεκάδες πανηγύρια παλιότερα … 
 
 
Ο εσώτερος εαυτός 
 
 
 
Κατωπαγγιάτισσες μοιρολογίστρες. Αυστηρά πρόσωπα και φλογερά μάτια. Κουβεντιάζουν τραγουδιστά με τους νεκρούς και τους καλούν προστακτικά, ν’ ανέβουν από τον Αδη και να τους αποκριθούν στις μεγάλες απορίες της ζωής.
εσώτερο εαυτό τους κι αυτό είναι το μοιρολόι. 
 
 
 
Αλλά μετά την απελευθέρωση και άλλων ελληνικών τόπων μετέφεραν τα τραγούδια τους παντού, κρατώντας μόνο ένα είδος, το αρχαϊκότερο και σοβαρότερο, που αφορά τον εσώτερο εαυτό τους κι αυτό είναι το μοιρολόι. 
 
Ξεχωρίζω απ’ αρχής για αποφυγή συγχύσεων: άλλο το μοιρολόι που είναι αποκλειστικά θρηνητικό κι άλλο το τραγουδομοιρολόι. Αν και το δεύτερο έχει γενεσιουργό πυρήνα το πρώτο και σπάνια ποιείται αυτόνομο, έχουν διαφορά. Γιατί το τραγουδομοιρολόι είναι τραγούδι. Λέγεται σε γλέντι και μάλιστα στο τέλος που βγαίνει ο εσώτερος ψυχικός κόσμος στην «επιφάνεια», η ηδυπάθεια που υπάρχει καταχωνιασμένη στην ψυχή του. 
 
Οντας βαρύ και άκρως σοβαρό, έχοντας τα ατόφια μανιάτικα γνωρίσματα (την ανόθευτη αρχαϊκή γλώσσα, το πανάρχαιο ιαμβικό μέτρο, τον μακρόσυρτο τόνο), ανήκει στα εντελώς ιδιαίτερα πράγματα του Μανιάτη. Δεν είναι για το ευρύ κοινό. 
 
Αν το μοιρολόι του θρήνου είναι έκρηξη ψυχής, για τη συγκεκριμένη λύπη, το τραγουδομοιρόλοϊ δεν είναι έκρηξη, αλλά «αναλίγωμα» του εσώτερου πόνου, του «καημού» που είναι διάχυτα σε όλα τα ελληνικά τραγούδια λίγο-πολύ, σε παλιά και σε νέα, σε δηλωτικά και «λαϊκά», ακόμα και σε νανουρίσματα και υμέναια (βλ. τα βιβλία μου «Μοιρολόγια Μ. Μάνης και «Τραγούδια Ν. Πελοποννήσου»). Γι’ αυτό η θεματολογία των μοιρολογιών είναι πολυποίκιλη. Προτιμώνται όμως όσα έχουν θέμα με εσωτερικό νόημα και μορφή άψογη μες στον λιτό πλούτο της, έτσι που να «διδάσκει ποιητικά τα ανθρώπινα», απ’ το πάθος ώς την ηθογραφία και την κοινωνιολογία. Οπως αυτό του Δήμου (1900): 
 
Όντα επρωτοκακούργησε ο Δήμος το καλό παιδί ήτανε δεκοχτώ χρονού 
 
και έκαμε χρόνους δεκατρείς στα κάγκελα τη φυλακής. Κι απ’ όντε έσωσ’ η ποινή και βγήκε από τη φυλακή -Δήμο, ν’ αφήσειςτ’ άρματα, να παρατήσεις τα κακά. 
 
Γιατί έκαμες πολλούς οχτρούς στη γ Κοίτα και στου Καλονιούς.
 
Απ’ αφρομή των εκλογώ καλαμπαλίκι τη ρουγός ο Δήμος πούχε φαντασμό
 
απά στο μ πύργο ανέβηκε και κρόει μία ντουφεκιά. 
 
Το Γιάννη τον εσκότωσε 
 
το Γιάννη το μελιγαλά. 
 
Και ξαναγιόμωσε το γκρα και κρόει κι άλλη ντουφεκιά τον αστυνόμο ελάβωσε 
 
το ‘να του χέρι τούκοψε. Τον άφησε σημαϊδιακό 
 
να βρέσκεται θυμητικό 
 
σ’ όλο του το παππουδικό. Κι έδωσε μία κι έφυγε 
 
και εϊδιάη απάνου στα βουνά. Κι ο οργισμένος ο παπάς 
 
απά στο μ πύργο ανέβηκε 
 
και τράβιζε τα γένεια του: 
 
– Αμ πού είστε τα παιδιά μου; παιδία μου κι ανήπχια μου. Ολα να μ’ αγροικήσετε 
 
κι όλα το γκρα να πάρετε 
 
το Δημο να σκοτώσετε 
 
το Γιάννη να δικηώσετε. 
 
Ο Δήμος πάει στο Βουνί 
 
με δίχως νάχει ξεβγαρτή 
 
Α(ν) δεν τονε σκοτώστε 
 
το Δήμο του Τζανιάουνε 
 
τη γ κατάρα μου νάχετε! Πέντε γαϊδιάροι μουσουλοί στου Ντεβερίκο το καμπί: εκάμασι γεροντική 
 
ποίονε να σκοτώσουσι 
 
το Δήμο νη το Γκηταρά. 
 
– Το Δήμο το μ παλληκαρά. Τι α(ν) μείνει ο Δήμος στη ζωή δεν έχομε αναβουή. 
 
Τι ο Γκηταράς α(ν) σκοτωθεί με δέκα θε να δικηωθεί. Ζούστησα και αρματώθησα ο Λίας με το Θοδωρή 
 
και του παπά οι δύο γιοι 
 
και εϊδιάησα απάνου στο Βουνί και κει χωσία εστήσασι. 
 
Να σου κι ο Δήμος κι έρχεται μαζί με τη γυναίκα του. 
 
Καβάλλα στο μουλάρι του ξοπίζου το ζευγάρι του. 
 
Ξεζούστη τη λουρίδα του 
 
και εξαζαλώθηκε το γκρα. 
 
– Πάρε, γυναίκα, τ’ άρματα και κρέμασό τα αψηλά εφτού στην αγριογκοριτσά. 
 
Άστραψε η πρώτη μπαταϊριά 
 
το Δήμο ελαβώσασι. 
 
– Φέρε, γυναίκα, τ’ άρματα να ντούνε πέσου από κοντά. Οτι που έπχιασε το γκρα άστραψ’ η άλλη μπαταϊριά το πήρε κατακέφαλα. 
 
Το Δήμο εσκοτώσασι 
 
το Γιάννη εδικηώσασι.] 
 
 
Εκφράζεται η περηφάνεια, το πάθος της εκδίκησης, το έθιμο της Γεροντικής και η λύση: «δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», 
 
Όπως η «Ιφιγένεια εν Ταύροις» διηγείται τ’ όνειρο της: πώς έγινε σεισμός στο σπίτι της στο Αργος κι όλα γκρεμίστηκαν εξόν από μια κολώνα που έμεινε όρθια και την ταυτίζει με τον Ορέστη. Ετσι και η Κυριακή Μπουρδάκου – Γρηγορακάκη, αγράμματη, αφού ύστερα από επιδημία είχε, πριν χρόνια, χάσει τα αδέλφια και τη μάννα της, το 1930 πεθαίνει κι ο πατέρας της αφήνοντάς την πεντάρφανη. 
 
Τη νύχτα την εχτεσινή αναταράχτηκεν η γης 
 
κι εγίνηκ’ ανακύληση 
 
στο σπίτι του πατέρα μου τα θέμελια είχαν κλονιστεί μα τώρα πάει κι η σκεπή. 
 
Φύσηξ’ ένας Ντελή Βοριάς και πήρε στάρι κι άχιουρα και τίποτα δεν άφηκε. 
 
Μόν’ (έ)να κουκάκι αγριοφακή πόναι φαρμάκι κι αλοή: 
 
Τη μαυρισμένη Κυϊριακή που κάλλια ήτα να μη ζει. 
 
Οπως όλη η μανιάτικη ψυχοσύνθεση και κουλτούρα είναι πρωτογενής κι αρχέγονη για ό,τι ελληνικό, έτσι και στα μοιρολόγια, η ποίηση βρίσκεται εν σπέρματι και εν δυνάμει για να παραχθεί, μετά από κάποιο στάδιο λαϊκής επεξεργασίας, ένα δημοτικό τραγούδι που μπορεί γρήγορα να γίνει πανελλήνιο. Γιατί το 8σύλλαβο μανιάτικο μοιρολόι μεταποιείται ευκολότατα στον νεώτερο σε μορφή δεκαπεντασύλλαβο, όταν από 2 στίχους (8+8=16) αφαιρέσουμε τον τελευταίο πόδα. 
 
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο αισθητικός πυρήνας που γέννησε το δημοτικό τραγούδι στην πιο πανελλήνια μορφή του, τον δεκαπεντασύλλαβο, επιβιώνει στη Μάνη στην αρχέγονη μορφή του, όπως επιβίωσαν και τόσα άλλα αρχαϊκά πολιτιστικά και κοινωνικά φαινόμενα στον άγιο αυτό τόπο. 
 
 
 
Πηγή της νεοελληνικής τραγωδiας 
 
Του Στρατή Μυριβήλη 
 
… Ο ΤΟΠΟΣ αυτός είναι η αμάλαγη πηγή της νεοελληνικής τραγωδίας. Και η νεοελληνική θεατρική τέχνη την αγνοεί. Εκεί παρευρέθηκα στο ανατριχιαστικό μοιρολόι που είναι ο πιο υψηλός κομμός. 
 
Είδα αυτή την τρομερή, τη στενή ανταπόκριση των ανθρώπων που πέθαναν, και όμως από κει κάτου, από τον ασφοδελόν λειμώνα που είναι το βασίλειο των σκιών, κινούν τη μοίρα και τα πάθη των ζωντανών, και κατευθύνουν τις πράξεις και τους στοχασμούς τους με τον αδιάσειστο νόμο της μοίρας και της Νεμέσε- 
 
ως, που κυβερνά την αρχαία τραγωδία. 
 
Ακουσα τις γυναίκες της Μάνης, με κείνα τα αυστηρά πρόσωπα και τα φλογερά μάτια, να κουβεντιάζουν τραγουδιστά με τους νεκρούς, να χτυπούν με τη σκληρή παλάμη τους το χορταριασμένο χώμα των τάφων και να τους καλούν παρακαλεστικά, να τους καλούν προσταχτικά, ν’ ανέβουν από τον Αδη και να τους αποκριθούν στις μεγάλες απορίες της ζωής, όπως ο χορός των Περσών στη σκηνοθεσία του Ροντήρη. 
 
Και θυμήθηκα με οίκτο τους Αθηναίους δραματογράφους, που επιχείρησαν να γράψουν τραγω- 
 
δία και ν’ ανεβάσουν χορό γυναικών, χωρίς να πάνε πρώτα να ζήσουν ανάμεσα σ’ αυτόν τον ελληνόκοσμο, που τα στοιχεία της τραγωδίας είναι ακόμα ολοζώντανα στοιχεία της κοινωνικής τους ζωής και της καθημερινής του σχέσεως με τη μοίρα και με το θάνατο, με την αγάπη και με το χρέος. Και με το μίσος. 
 
Με το μίσος το Μανιάτικο, που δεν στομώνει παρά μονάχα σαν πέσει ένοπλο το χέρι της Νεμέσεως( … ). 
 
(Απόσπασμα από το ταξιδιωτικό «Τα καπούλια του λιονταριού» που περιλαμβάνεται στο έργο του συγγραφέα «Απ’ την Ελλάδα», Εκδόσεις «Εστία»).  
Πηγή: http://manivoice.gr/

Μετάσταση Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου

b_2031_13097

Πηγή εικόνας: http://www.byzantinemuseum.gr/

 

Η εκκλησία μας σήμερα τιμά την μετάσταση του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Ο Ιωάννης έγραψε το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, αλλά και τις τρεις φερώνυμες Επιστολές της Καινής Διαθήκης. Πρόκειται για τον αγαπημένο μαθητή του Κυρίου, που παρευρισκόταν στην Σταύρωση μαζί με την Παναγία. 

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης προείδε την μετάσταση του ενώ βρισκόταν στην Έφεσο και οδήγησε τους μαθητές του έξω από την πόλη. Αφού μπήκε ζωντανός σε έναν τάφο, παρέδωσε το πνεύμα του. Οι μαθητές τού απέδωσαν τις νεκρικές τιμές. 

Διπλή θυσία (1945)

dipli_thisia_-ntirintaoua_mavreas_avlonitis

Πηγή εικόνας: theodosiou.wordpress.com

 

 

Πρόκειται για μία ιστορικά σημαντική ταινία, καθώς ενσωματώνει τις κινηματογραφικές τάσεις της εποχής με την αισθητική του βωβού κινηματογράφου. Ένας Έλληνας μετανάστης επιστρέφει στην πατρίδα του μετά απο χρόνια, αναζητώντας την πρώτη του αγάπη. Όταν πληροφορείται οτι αυτή δεν ζει πιά, προσπαθεί να συναντήσει την κόρη της. 

Ηθοποιοί: 

Ραφαήλ Ντενόγιας

Ρούλα Γρίβα

Αχιλλέας Σκορδίλης

Ηρώ Χάντα

Βασίλης Αυλωνίτης

Χριστόφορος Νέζερ κ.α. 

Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (Β΄ σχεδίασμα)

exodosmesol_447772855

Πηγή εικόνας: http://blog.thulebooks.gr/

I

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;

οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

II

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,

κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

……………………………………………………………………..

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».

III

«Σάλπιγγα, κοψ’ του τραγουδιού τα μάγια με <τή> βία,
γυναικός, γέροντος, παιδιού, μήν κόψουν την αντρεία».

Χαμένη, αλίμονο, κι οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και καθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
τ’ αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο,
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε καί ξάστερον αέρα·

τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

IV

Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το Χάρο, λέει των Ελλήνων: «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος». Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδεί τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μεσ’ από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμει πολλή ώρα.

V

. . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι οί βράχοι,

και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,

κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,
κι οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται καί λένε:
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς, μολύβι,

πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι».

VI

– «Κρυφή χαρά ΄στραψε σ΄ έσέ· κάτι καλο ΄χει ο νους σου·
πές, να το ξεμυστηρευτείς θες τ’ άδελφοποιτού σου;».

-«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα.

Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείσει, αλλά μία άλλη τής ειπε: “Όχι, παιδί μου· άφησε νά ΄μπει η μυρωδιά απο τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε”.
Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο.

Και η πρώτη είπε: “Και το αεράκι μας πολεμάει”.
Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.
Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ’ ονειρό της.

Και μία είπε: “Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποιά μικρά, ποιά μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή”.

Και μία δεύτερη είπε:

Εγώ ‘δα δάφνες. – Κι εγώ φως …………………………

– Κι εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.

Και αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πού ΄χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: “Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τή θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα”. Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγυρίσαν με αγάπη το παιδί της πού ‘χε ξεψυχήσει.

Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, καί λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερη ώρα.
Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος;».

VII

Εχαμογέλασε πικρά κι ολούθενε κοιτάζει·

κι ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν:

-«Εκεί ‘ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·

με τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός τού κόπου χάμου.

Φωνή ‘πε: “Ο δρόμος σου γλυκός καί μοσχοβολισμένος·

στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος·

παλληκαρά καί μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!

Άκου, νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου!

Τούτος, αχ, που ‘ν’ ο δοξαστός κι η θεϊκιά θωριά του;

Η αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του”.

Έριξε χάμου τα χαρτιά με τσ’ είδησες του κόσμου

η κορασιά τρεμάμενη …………………………..

Χαρά της έσβιε τη φωνή που ‘ν’ τώρα αποσβημένη·

άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη!

Εδώ ‘ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,

πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι εγ’ όλη την πνοή μου·

τα λίγα απομεινάρια της πείνας καί τσ’ αντρείας,

………………………………………………………………….

που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα,

γκόλφι να τα ‘χω στο πλευρό και να τα βγάλω περα.

Δρόμο αστραφτά να σχίσω τους σ’εχθρούς καλά θρεμμένους,

σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·

να μείνεις, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·

η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.

Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,

όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες».

VIII

Και συχνά του ‘π’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια,

μάνα καλή παληκαριών, και κάμε τη δική σου.

Αιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι η ντροπή μου!».

IX

Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·

ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

Στά μάτια καί στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·

τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.

Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·

τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.

Γλυκειά κι ελεύθερ’ η ψυχή σα νά ‘τανε βγαλμένη,

κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

XII

Ιδού, σεισμός καί βροντισμός, κι εβάστουναν ακόμα,
που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα·
κι εσκίστη αμέσως, κι έβαλε στης Μάνας τα ποδάρια,
της πείνας, του <μαρτύριου> τα λίγα απομεινάρια·
τ’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
τα γόνατα και τα σπαθιά τα ‘ματοκυλισμένα.

ΑΠΟ ΤΟ Γ’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

I

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,

κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου

με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,

τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,

που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια

(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!

Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·

ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,

που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη ‘ναι κρυμμένα!

Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,

κι ευθύς εγώ τ’ ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;

Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.

II

Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,

και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σαν πληθύνουν,

ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νούς, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!

Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,

κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!

Αθάνατή ‘σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ήσυχάζεις;».

Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τουτά ‘π’ ο ξένος ναύτης.

Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,

και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους

ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.

(Παραλλαγή)

Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,

κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν πληθύνουν τ’ άστρα,

ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.

Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,

το πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!

Πέλαγο μέγ’, αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι·

σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν!

Αθάνατή ‘σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;».

IV

Αλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,

από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,

ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα

τα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τή σημαία,

που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει

παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας.

Κι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χεροκροτούσε·

κάθε φωνή κινούμενη κατά το φώς μιλούσε,

κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:

«Όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!».

V

Και τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ΄ αργοπορώντας,

κατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,

σφίγγει στενά τη σπάθα του στο λαβωμένο στήθος,

που μέσα αγρίκα την ψυχή μεγάλη και τη θλίψη.

VI

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,

και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους

ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,

χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,

κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γή, σ’ ουρανό, σε κυμα.

Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,

ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,

με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

που ‘χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.

– «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ‘δες;».

– «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

ουδ’ όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,

μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».

VIII

«Άγγελε, μόνο στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Αυτού που σ’ τα ‘πλασε, τ’ αγγειό τσ’ ερμιάς τα θέλει.

Ιδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,

χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!

Τα θέλω γω, να τα ‘χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,

εδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».

XII

Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες

γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν

μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,

ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
και γγιζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.

Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.

Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν

εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.

Τουφέκια τούρκικα, σπαθιά

το ξεροκάλαμο περνά.

Εγκαινιάστηκε το Μουσείο Αργυροτεχνίας στα Ιωάννινα

Το περασμένο Σάββατο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κύριος Προκόπιος Παυλόπουλος, εγκαινίασε το Μουσείο Αργυροτεχνίας στα Ιωάννινα, το 9ο Μουσείο του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ), στον δυτικό προμαχώνα του κάστρου της πόλης.Το αναξιοποίητο μέχρι σήμερα τμήμα του Κάστρου διαμορφώθηκε με βάση τις σύγχρονες επιταγές της μουσειολογίας. Οι εργασίες αποκατάστασης του προμαχώνα έγιναν υπό την αιγίδα της οικείας Εφορείας Αρχαιοτήτων. 

img_2415

Πηγή εικόνας: http://www.ergosyn.gr/

Ο κύριος θεματικός άξονας της μόνιμης έκθεσης του Μουσείου αφορά την αργυροχοΐα στην Ήπειρο, από τον 15ο αι. και εξής, με αναφορές στην μικροτεχνία των βυζαντινών χρόνων. Σκοπός του Μουσείου Αργυροτεχνίας είναι η διάσωση της γνώσης για την ηπειρώτικη αργυροτεχνία. Στην είσοδο του Μουσείου, ο ήχος του μεταλλοτεχνικού σφυριού υποβάλλει τον θεατή. Τα Ιωάννινα, η πόλη των παραδόσεων και της ιστορίας, υπήρξε σημαντικό κέντρο αργυροχοΐας κατά τους μεταβυζαντινούς χρόνους.

25 Σεπτεμβρίου-Οσία Ευφροσύνη

 

64

Πηγή εικόνας: apantaortodoxias.blogspot.com

Η Οσία Ευφροσύνη καταγόταν από εύπορη οικογένεια και έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του μικρού (5ος αι. μ. Χ.). Από μικρή, αγαπούσε τον Θεό. Έτσι, αντιτάχθηκε στην επιθυμία του πατρός της να την παντρέψει. Μοίρασε την περιουσία της στους φτωχούς και, μεταμφιεσμένη σε άνδρα, κατέφυγε σε ανδρικό μοναστήρι, όπου μόνασε επι 38 έτη με το όνομα Σμάραγδος. Διακρίθηκε για την αυταπάρνηση και την αγάπη προς τον πλησίον.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοὶ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ᾽ εἰκόνα· λαβοῦσα γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Εὐφροσύνη τὸ πνεῦμά σου.

Έσβησε εχθές η περίφημη συγγραφέας Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη (1930-2016)

dsc09719

Πηγή εικόνας: www.synodoiporia.gr

Πέθανε εχθές, Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου, η συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη. Ήταν 86 ετών.

Γεννημένη στην Καβάλα το 1930, σπούδασε στη Σχολή Κοινωνικών Λειτουργών και σε σχολή δημοσιογραφίας. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1954, στο συλλογικό βιβλίοΚόκκινη κλωστή δεμένη και στη συνέχεια, στα επίσης συλλογικά έργα Παραμύθι ν’ αρχινήσει (1955) και Ο καλός φίλος (1956). Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Χελιδόνια και Διαδρομές, μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς.
Πολυγραφότατη, ανήκει στη γενιά των γυναικών, κυρίως, συγγραφέων που καλλιέργησαν μεταπολεμικά το αφήγημα με ιστορικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και φυσιολατρικό περιεχόμενο και τις βιογραφίες προσωπικοτήτων της Ιστορίας.
Άφησε ποικίλο έργο που περιλαμβάνει παραμύθια, διηγήματα, μυθιστορηματικές βιογραφίες, μυθιστορήματα, θέατρο. Στα κείμενά της η φαντασία και το χιούμορ συνδυάζονται με μια κοινωνική και ιστορική ματιά στην πραγματικότητα και στη ζωή, γεμάτη αισιοδοξία, ελπίδα και πίστη στις ανθρώπινες και χριστιανικές αξίες: Ο μικρός μπουρλοτιέρης (1965), Χορεύοντας στο δάσος (1966), Στις ρίζες της λευτεριάς (1968),Φουρφουρής ο κότσυφας (1969), Καπετάν Κώττας (1969), Ο Σπουργίτης με το κόκκινο γιλέκο (1970), Ρήγας Φεραίος. Ο τροβαδούρος τής λευτεριάς (1971), Ζήτουλας για το γένος(1971), Τα δώδεκα φεγγάρια (1971), Ο Αλέξης με το ξύλινο άλογο (1972), Το δαχτυλίδι του αυτοκράτορα (1973), Δημήτριος ο Νεομάρτυρας (1976), Εμένα με νοιάζει (1976), Ο αγέρας παίζει φλογέρα (1977), Παιχνίδι χωρίς κανόνες (1982), Συντροφιά με τον άνεμο (1983), Τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου (1985), Καυτές μνήμες από τη Σμύρνη (1985), Κατερίνα (1987),Τρελοβάπορο χωρίς τιμόνι (1987), Το φεγγάρι, το γραμματόσημο κι εγώ (1987), Ντο-ρε-μι κι ένα σκυλί (1988), Τα 24 παιδιά της Καλομάνας (1988), Πριν από το τέρμα (1988), Ο μεγάλος αποχαιρετισμός (1990), Οι μάγοι της κασέτας (1991), Είναι κανείς εδώ; (1994), Σκύλος με σπίτι (1998), Μνήμες της Σμύρνης (1998), Άφρικα Wi Mwega – Καλημέρα (2001), Κι ο κόσμος ήρθε τα πάνω κάτω (2001), Τα δώδεκα φεγγάρια (2002), Τέλος δεν έχει η αγάπη(2002), Πόσα λέει η ελιά, πόσα ακούει ο λαγός… (2005), Κομπιουτεράκι, αγάπη μου (2005),Τα παραμύθια της Γαλάτειας (2007), Οι μύθοι του Λα Φοντέν (2008), Ελάτε να διαβάσουμε παραμύθια (2012), Αγκαλιά με παραμύθια (2013), Δρόμο παίρνω… δρόμο αφήνω (2015) κ.ά.
Είχε βραβευθεί για έργα της από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Πάντοβα. Το όνομα της αναγράφηκε στον τιμητικό πίνακα του Διεθνούς Βραβείου Άντερσεν. Για το σύνολο του έργου της και την προσφορά της στην παιδική λογοτεχνία τιμήθηκε το 1980 από το Ίδρυμα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και για την προσφορά της στα ερτζιανά κύματα και στην παιδική λογοτεχνία τιμήθηκε το 2005 από την Εκκλησία της Ελλάδας.
Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη, Ψυχογιός, Ακρίτας, Άγκυρα, Αστήρ κ.ά.
Πηγή: www.tovima.gr