Category Archives: Αρχαίες Πόλεις

Αρχαία Αμφίπολη: Ιστορία-Ανασκαφικές Έρευνες-Μνημεία

Ι. Τοπογραφία

Η Αμφίπολη ήταν αρχαία πόλη της Μακεδονίας, στις εκβολές του ποταμού Στρυμόνος. Είχε χτιστεί το 437/6 π. Χ., στην στρατηγική θέση που αναφέρεται ως “Εννέα Οδοί (εικ. 1)”, από τους αρχαίους συγγραφείς (Θουκ., 4. 102; Διόδ. 12. 32. 3. Για την ονομασία “Εννέα Οδοί”, πρβλ. Ηρόδοτ., 7. 114). Η περιοχή απέχει 100 χλμ. ΒΑ. της Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται σε απόσταση 3 χλμ. από τον Στρυμονικό κόλπο και ανήκει στην επαρχία Φυλλίδας του νομού Σερρών. Η πόλη έχει χτιστεί σε υψόμετρο 20 μ.

IMG_0001
Εικ. 1: Αεροφωτογραφία της αρχαίας Αμφιπόλεως  (Πηγή:Λαζαρίδης 1994 εικ. 2).

ΙΙ. Ιστορία

Αρχαιότητα

Η Αμφίπολη ιδρύθηκε ως αποικία των Αθηναίων. Οι αθηναϊκές βλέψεις στην περιοχή εμφανίζονται ήδη το 476 π. Χ., όταν ο στρατηγός Κίμων κατέλαβε την Ηιόνα και εκδίωξε την περσική φρουρά. Ο Πέρσης διοικητής της Αμφιπόλεως, Βόγης αναγκάστηκε να παραδώσει την πόλη στους Αθηναίους. Το 465/4 π. Χ., η αθηναϊκή Βουλή έστειλαν 10.000 αποίκους, υπό την ηγεσία του Λεάγρου και του Σωφάνους. Οι άποικοι αυτοί εγκαταστάθηκαν στις Εννέα Οδούς, αλλά σκοτώθηκαν όλοι κατόπιν συγκρούσεως με την θρακική φυλή των Ηδονών. Το 437 π. Χ., ένα δεύτερο εκστρατευτικό σώμα, υπό την ηγεσία του Άγνωνος, γιού του στρατηγού Νικία, μετέβηκε στην περιοχή, όπου ίδρυσε την Αμφίπολη. Για την ιδιότυπη ονομασία της πόλεως, μαρτυρεί ο Θουκυδίδης: Ἀμφίπολιν Ἅγνων ὠνόμασεν, ὅτι ἐπ’ ἀμφότερα περιῤῥέοντος τὸ Στρυμόνος, διὰ τὸ περιέχειν αὐτήν, τείχει μακρῷ ἀπολαβὼν ἐκ ποταμοῦ ἐς ποταμὸν περιφανῆ ἐς θάλασσὰν τε καὶ τὴν ἤπειρον ᾤκισεν” (Θουκ., 4. 102). Στον αθηναϊκό πληθυσμό της Αμφιπόλεως, προστέθηκαν εγχώρια φύλα (Αργίλιοι), καθώς και έποικοι από άλλες ελληνικές πόλεις (Χαλκίδα, Πάρος κλπ.). Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, οτι η Αμφίπολη δεν συμμετείχε στην Αθηναϊκή Ηγεμονία.

Το έτος 424 π. Χ., ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας επετέθηκε και κατέλαβε την Αμφίπολη, με την βοήθεια των Αργιλίων, καθώς και τις όμορε πόλεις Μύρκινο, Γαληψό και Οισύμη. Τον Βρασίδα προσπάθησε να απωθήσει χωρίς επιτυχία ο Αθηναίος ιστορικός Θουκυδίδης (εικ. 3), που είχε εκλεγεί ως στρατηγός και βρισκόταν εξόριστος στην Θράκη.

Thucydides_01

Εικ. 3: Εικονιστική προτομή του Θουκυδίδου

Το 422 π. Χ., ο Αθηναίος δημαγωγός Κλέων επεχείρησε την ανακατάληψη της Αμφιπόλεως. Κατά την μάχη που διεξήχθηκε ante muros (εικ. 2), ο Κλέων και ο Βρασίδας σκοτώθηκαν και η πόλη παρέμεινε στα χέρια των Λακεδαιμονίων. Την μάχη περιγράφει ο Θουκυδίδης εκτενώς (Θουκ., 5. 10). Παρατίθεται απόσπασμα του σχετικού χωρίου, όπου αναφέρεται ο θάνατος του Βρασίδα:

…..κἀν τούτῳ Βρασίδας ὡς ὁρᾷ τὸν καιρὸν καὶ τὸ στράτευμα τῶν Ἀθηναίων κινούμενον, λέγει τοῖς μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τοῖς ἄλλοις ὅτι ‘οἱ ἄνδρες ἡμᾶς οὐ μενοῦσιν. δῆλοι δὲ τῶν τε δοράτων τῇ κινήσει καὶ τῶν κεφαλῶν: οἷς γὰρ ἂν τοῦτο γίγνηται, οὐκ εἰώθασι μένειν τοὺς ἐπιόντας. ἀλλὰ τάς τε πύλας τις ἀνοιγέτω ἐμοὶ ἃς εἴρηται, καὶ ἐπεξίωμεν ὡς τάχιστα θαρσοῦντες.’ καὶ ὁ μὲν κατὰ τὰς ἐπὶ τὸ σταύρωμα πύλας καὶ τὰς πρώτας τοῦ μακροῦ τείχους τότε ὄντος ἐξελθὼν ἔθει δρόμῳ τὴν ὁδὸν ταύτην εὐθεῖαν, ᾗπερ νῦν κατὰ τὸ καρτερώτατον τοῦ χωρίου ἰόντι τροπαῖον ἕστηκε, καὶ προσβαλὼν τοῖς Ἀθηναίοις πεφοβημένοις τε ἅμα τῇ σφετέρᾳ ἀταξίᾳ καὶ τὴν τόλμαν αὐτοῦ ἐκπεπληγμένοις κατὰ μέσον τὸ στράτευμα τρέπει. καὶ ὁ Κλεαρίδας, ὥσπερ εἴρητο, ἅμα κατὰ τὰς Θρᾳκίας πύλας ἐπεξελθὼν τῷ στρατῷ ἐπεφέρετο [….] εὐθὺς φεύγων καὶ καταληφθεὶς ὑπὸ Μυρκινίου πελταστοῦ ἀποθνῄσκει, οἱ δὲ αὐτοῦ ξυστραφέντες ὁπλῖται ἐπὶ τὸν λόφον τόν τε Κλεαρίδαν ἠμύνοντο καὶ δὶς ἢ τρὶς προσβαλόντα, καὶ οὐ πρότερον ἐνέδοσαν πρὶν ἥ τε Μυρκινία καὶ ἡ Χαλκιδικὴ ἵππος καὶ οἱ πελτασταὶ περιστάντες καὶ ἐσακοντίζοντες αὐτοὺς ἔτρεψαν […] οἱ δὲ τὸν Βρασίδαν ἄραντες ἐκ τῆς μάχης καὶ διασώσαντες ἐς τὴν πόλιν ἔτι ἔμπνουν ἐσεκόμισαν: καὶ ᾔσθετο μὲν ὅτι νικῶσιν οἱ μεθ’ αὑτοῦ, οὐ πολὺ δὲ διαλιπὼν ἐτελεύτησεν”.

    Με την ειρήνη του Νικία (421 π. Χ.), οι Αθηναίοι αξίωσαν την παράδοση της Αμφιπόλεως, από τους Σπαρτιάτες. Ωστόσο, οι κάτοικοι της Αμφιπόλεως είχαν συνηθίσει στην φιλελεύθερη διακυβέρνηση του Βρασίδα και δεν επιθυμούσαν επανασύνδεση με την μητρόπολη τους. Συνεπώς, η Αμφίπολη έμεινε ελεύθερη έως την εποχή του Μακεδόνος βασιλέως Περδίκκα Γ΄, ο οποίος τοποθέτησε μακεδονική φρουρά στην πόλη. Τον Περδίκκα διαδέχτηκε ο Φίλιππος Β΄, ο οποίος παραχώρησε την Αμφίπολη στον αθηναϊκό έλεγχο. Όταν οι Αμφιπολίτες συνωμότησαν με την μητρόπολη εναντίον του Φιλίππου, ο τελευταίος επιτέθηκε στην πόλη και την κατέλαβε.

     Ο Μέγας Αλέξανδρος αξιοποίησε την στρατηγική θέση της Αμφιπόλεως, οργανώνοντας τον στρατό και τον στόλο του στην περιοχή, πριν αναχωρήσει για την εκστρατεία εναντίον των Περσών. Στην Αμφίπολη, εγκαταστάθηκαν οι σημαντικότεροι ναύαρχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου: ο Νέαρχος, ο Ανδροσθένης και ο Λαομέδων. Παράλληλα, ο Μακεδόνας βασιλέας αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την ανέγερση ενός μεγαλοπρεπούς ναού στην πόλη, με 1500 τάλαντα (Διόδ., 18. 4).

    Με τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π. Χ.), ορίστηκε ως διοικητής της ο Αριστόνους, ο οποίος ήταν φιλικώς κείμενος προς την βασιλομήτορα Ολυμπιάδα. Η ίδια διέταξε τον Αριστόνουν να παραδώσει την πόλη στον Κάσσανδρο. Ο τελευταίος εξόρισε εκεί την σύζυγο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ρωξάνη και τον γιό του, Αλέξανδρο. Η σημασία της Αμφιπόλεως κατά τους ακόλουθους ελληνιστικούς χρόνους (323-30 π. Χ.) επιβεβαιώνεται από το ακόλουθο κείμενο μίας επιγραφής από την περιοχή:

—————————————————————————–

μηθὲν ἀποκρινομένους τοῖς ἐφόδοις, ἀλλὰ μετὰ σιωπῆς

αὑτοὺς ἀποδεικνύοντας ὅτι μένουσιν ὀρθοί.

Ἐφόδων·

Ἐφοδεύειν δὲ τὴν μὲν στρατηγία ἑκάστην κατὰ μέρος

5    τοὺς τετράρχας ἄνευ φωτὸς καὶ τον συγκαθήμενον ἢ κα-

[θεύδον]τα φύλακα<ι> ζημιούτωσαν οἱ τετράρχαι καθ’ ἑκάστην

ἀταξί[α]ν δραχμῆι καὶ οἱ γραμματεῖς ποιείσθωσαν την πρᾶ-

[ξιν————————————————————————–]

——————————————————————————-

10      λει τοὺς ἀτακτοῦ(ν)τας, ζημιούσθωσ<θ>αν δωδεκαίοις

τρισὶν καὶ διδόσθωσαν τοῖς ὑπασπισταῖς ἐὰν φθά-

σωσιν εἰσπέμψαντες οὗτοι τὴν τῶν ἀτακτού(ν)των γραφήν.

Περιστεγνοποίας·

Ὅταν δὲ τὸν φραγμὸν συντελέσωσιν τῶι βασιλεῖ

                     15      καὶ τὴν ἄλλην σκηνοποιίαν καὶ γένηται διάστασις,

εὐθὺ τοῖς ὑπασπισταῖς ποιείτωσαν ἐκκοίτιον

——————————————————————————

[στ]ρατηγίαν ἐπ…..αν…-1δηﮮ….ﮮll ενl…

χετο στέφανος διπλῆν λαμβάνειν τὴν μερίδ[α τῆς ὠ-]

20    φελίας, τῶι δὲ χειριστᾶ(ι) μηδὲν διδόσθαι, κρ[ίνειν δε]

τοὺς φίλους τοῦ βασιλέως.

Συνθ[ημά]των·

Λαμβανέτωσαν δὲ καὶ τὸ σ[ύνθημα————–ὅταν]

κλείωσι τὰς διόδους τοῦ φ[ρουρίου———-].

    Μετά την νικηφόρο για τους Ρωμαίους μάχη της Πύδνας (22 Ιουνίου 168 π. Χ.), ο Αντιγονίδης Περσέας, τελευταίος βασιλέας των Μακεδόνων, διατήρησε την Αμφίπολη, ως τελευταίο οχυρό. Οι Αμφιπολίτες δεν ενίσχυσαν τις δυνάμεις του Περσέως, με αποτέλεσμα την φυγή του τελευταίου και την θριαμβική είσοδο του Αιμιλίου Παύλου στην πόλη. Η πόλη ορίστηκε ως διοικητικό κέντρο στην περιοχή, ως την οριστική κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους. Η ακμή της Αμφιπόλεως, κατά το β΄ ήμισυ του 2ου αι. π. Χ., βεβαιώνεται από την κοπή νομισμάτων, με την επιγραφή ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗΣ, στην οπίσθια όψη. Σε αυτήν, συνέβαλε και η κατασκευή της Εγνατίας Οδού πλησίον της πόλεως.

Μέσοι Χρόνοι

     Η αρχαία πόλη καταστράφηκε τον 1ο αι. π. Χ., από τους Θράκες. Κατά την περίοδο του Imperium Romanum, ανοικοδομείται. Το έτος 49 μ. Χ., διέρχεται από αυτήν ο Απόστολος Παύλος, πηγαίνοντας από τους Φιλίππους στην Θεσσαλονίκη. Τον 40 αι. μ. Χ., ιδρύεται χριστιανική επισκοπή. Η πόλη κατεστράφηκε από την επιδρομή των Ερούλων, τον 9ο αι. μ. Χ. Ωστόσο, διετήρησε την στρατηγική της σημασία και έλαβε την ονομασία Ποπολία. Την Αμφίπολη επισκέφτηκαν Ευρωπαίοι περιηγητές, κατά τον 18ο αι.

ΙΙΙ. Αρχαιολογικές Έρευνες στην Αμφίπολη

Το 1835, ο Βρεττανός αρχαιοδίφης και τοπογράφος William Leake (1777-1860) περιγράφει την Αμφίπολη, στην μονογραφία του Travels in Northern Greece, vol. III. Οι πρώτες ανασκαφικές έρευνες στην περιοχή πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 19ου αι., από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών (εικ. 3). Το 1894, ο αρχαιολόγος Paul Perdrizet δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο, στην επετηρίδα Bulletin de Correspondance Hellenique, με τίτλο: Voyage dans la Macédoine Première (σελ. 416-445). Κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, επισημάνθηκε ο τύμβος της Αμφιπόλεως, όπου στεκόταν ο περίφημος γλυπτός Λέων, από Βρεττανούς στρατιώτες (εικ. 4). Μεταξύ 1919 και 1926, ο αρχαιολόγος Ευστράτιος Πελεκίδης δημοσίευσε σχετικές με την Αμφίπολη εκθέσεις, στα Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας (ΠΑΕ). Το 1936, το άγαλμα του Λέοντος αναστηλώθηκε, με αρχαίο υλικό.

fig-02_9714-JΕικ. 3: Ο Γάλλος αρχαιολόγος P. Devambez, στην Αμφίπολη. Ιούνιος 1930. (Πηγή: www.efa.gr).

Το 1956, ξεκίνησε η συστηματική ανασκαφική έρευνα του χώρου, από τον αρχαιολόγο Δημήτριο Λαζαρίδη (1917-1985), μετέπειτα καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ο Λαζαρίδης μελέτησε εκτενώς τον χώρο και τα μνημεία του. Παράλληλα, ανέσκαψε την μεγάλη ελληνιστική νεκρόπολη, στα βόρεια της πόλεως. Ανατολικότερα της νεκροπόλεως, εντοπίστηκαν τάφοι μακεδονικού τύπου, που ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες. Ο Λαζαρίδης συνέδεσε τον περίφημο “τύμβο Κάστα”, με τον ναύαρχο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Λαομέδοντα.

10427671_986810208012765_3563881975589689719_n-1Εικ. 4: Βρεττανοί στρατιώτες, στην Αμφίπολη (Πηγή: www.efa.gr)

ΙV. Αρχαιολογικά μνημεία

Οι ανασκαφικές έρευνες στην αρχαία Αμφίπολη έχουν αποκαλύψει ένα σημαντικό τμήμα της αρχαίας πόλεως, γεγονός που επιτρέπει στους αρχαιολόγους να σχηματίσουν μία πληρέστερη εικόνα για την κοινωνική και πολιτιστική της οργάνωση.

Τείχος της Αμφιπόλεως: Το οχυρωτικό τείχος της Αμφιπόλεως είναι μία εντυπωσιακή κατασκευή, χρονολογούμενη στους κλασικούς χρόνους. Πρόκειται για μία εντυπωσιακή οχύρωση ισοδομικής τοιχοποιΐας, με αρχικό μήκος 7.450 μ. Το βόρειο τμήμα του έχει μήκος 207 μ. και διατηρείται σε μέγιστο ύψος 7.25 μ. Στον βόρειο βραχίονα του τείχους, ενσωματώνεται ένας αγωγός ομβρίων υδάτων, ενώ η ύπαρξη κλιμακοστασίου (εικ. 5) στο εσωτερικό του, διευκόλυνε την επικοινωνία ανάμεσα στα διαδοχικά άνδηρα. Κατά τις ανασκαφικές έρευνες, επισημάνθηκαν οι “θρακίες πύλες”, οι οποίες αναφέρονται στις γραπτές πηγές (Θουκ., V. 10). Το τείχος, που ενισχύεται από πύργους, αναφέρεται από τον Θουκυδίδη, στην περιγραφή της μάχης της Αμφιπόλεως, στοιχείο που επιτρέπει τον καθορισμό ενός terminus ante 422 π. Χ.

IMG_0002

Εικ. 5: Κλίμακα και θυρίδα, στο βόρειο τμήμα του τείχους (Πηγή: Λαζαρίδης 1994, 25 εικ. 7).

“Γυμνάσιο” της Αμφιπόλεως: Ένα ιδιαιτέρως σπουδαίο μνημείο, όχι μόνο για την Αμφίπολη αλλά και για ολόκληρη την Μακεδονία, είναι το λεγόμενο Γυμνάσιο των ελληνιστικών χρόνων, το οποίο παρέμεινε σε λειτουργία κατά την περίοδο του principatus. Η πρόσβαση στο κτήριο γινόταν από την ανατολική πλευρά, όπου διακρίνεται μνημειώδης κλίμακα. Οι εσωτερικές του διαστάσεις ήταν 46.80×36.10 μ. Στο βόρειο τμήμα του, αποκαλύφθηκαν ορθογώνιοι χώροι που προοριζόνταν για τους λουομένους αθλητές. Η ταύτιση του κτηρίου με Γυμνάσιο θεωρείται επισφαλής, από την σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα.

IMG_0003Εικ. 6: Αγωγοί ομβρίων υδάτων, δυτικά του κυκλικού πύργου του βορείου τείχους (Πηγή: Λαζαρίδης 1994, 35 εικ. 16).

Ιερό Άττιος: Η φρυγική θεότητα Άττις λατρευόταν στο Ιερό που επισημάνθηκε ανασκαφικά στο βορειοδυτικό τμήμα της Αμφιπόλεως. Το πειόσχημο πωρολιθικό κτήριο έχει διαστάσεις 9×4.10 μ. Στο κέντρο του κτηρίου, αποκαλύφθηκε κυκλική εστία. Η ταυτότητα του Ιερού επιβεβαιώθηκε από την ανεύρεση μίας αναθηματικής στήλης και αποτμημάτων ειδωλίων, η θεματολογία των οποίων εντάσσεται στον εικονογραφικό κύκλο της φρυγικής θεότητος. Βάσει των νομισματικών τεκμηρίων, το Ιερό χρονολογείται στον 2ο-1ο αι. π. Χ.

Ιερό Κλειούς (Αμφίπολη): Το δεύτερο σημαντικό Ιερό στην αρχαία Αμφίπολη ήταν  αφιερωμένο στην μούσα Κλειώ. Η θέση του επισημάνθηκε κατόπιν της ευρέσεως μίας σχετικής αναθηματικής επιγραφής: Eὔμητις | Ἡγησιστράτο | Κλεοῖ | ἀνέθηκεν.
Από το αρχικό κτήριο, διατηρούνται ο βόρειος (μήκους 8 μ.) και ο ανατολικός τοίχος (μήκος 8.75 μ.). Πλησίον του ναού, βρέθηκε λατρευτική πυρά, με ίχνη προσφορών. Ανάμεσα στα ευρήματα του χώρου, συγκαταλέγονται πήλινα αναθηματικά ειδώλια της ex Oriente θεότητος Κυβέλης. Αξίζει να αναφερθεί οτι η Κλειώ θεωρούταν μητέρα του Ρήσου, βασιλέως της Θράκης.

V. Μακεδονικοί Τάφοι

Εξωτερικώς της περικλείστου από το τείχος πόλεως, διερευνήθησαν τέσσερις τάφοι μακεδονικού τύπου, οι τρείς εκ των οποίων χρονολογούνται τον 3ο αι. π. Χ.  Οι τάφοι βρίσκονται στα όρια της ελληνιστικής νεκροπόλεως και ανήκουν σε επιφανή μέλη της τοπικής κοινωνίας.

Μακεδονικός τάφος Ι: Ο μακεδονικός τάφος Ι βρίσκεται νοτίως του ελληνιστικού νεκροταφείου. Η πρόσβαση στον τάφο εξασφαλιζόταν από έναν καμαροσκεπή δρόμο, μήκος 5.30 μ. Το συνολικό μήκος του τάφου είναι 11.30 μ. Στο εσωτερικό του ταφικού θαλάμου, υπήρχαν δύο μακεδονικές κλίνες, με γραπτή διακόσηση. Οι τοιχογραφίες του νεκρικού θαλάμου εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας. Ο τάφος, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος αυτού του τύπου στην περιοχή, χρονολογείται κατά τον 3ο αι. π. Χ. 

Μακεδονικός τάφος ΙΙ: Ο δεύτερος μακεδονικός τάφος της περιοχής εντοπίστηκε το 1961 στην θέση Μάντρες, νοτιοδυτικώς του μακεδονικού τάφου Ι. Ο καμαροσκέπαστος δρόμος έχει μήκος 6.28 μ. και πλάτος 1.36 μ. Μέσω αυτού, οδηγείται ο επισκέπτης στον νεκρικό θάλαμο, στο εσωτερικό του οποίου βρέθηκε γωνιώδης νεκρική κλίνη. Ο τάφος είχε συλληθεί, πιθανώς κατά την Αρχαιότητα. Βάσει της ευρεθείσας κεραμικής, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όστρακα του λεγομένου “ρυθμού δυτικής κλιτύος”, ο τάφος ΙΙ χρονολογείται κατά το β΄ ήμισυ του 3ου αι. π. Χ.

Μακεδονικός τάφος ΙΙΙ: Ομακεδονικός τάφος ΙΙΙ, με συνολικό μήκος 9 μ.,  εντοπίστηκε αρχικώς το 1960, στην θέση Καστάς. Είναι λαξευμένος στο μητρικό πέτρωμα και ήταν διακοσμημένος με τοιχογραφίες και ψηφιδωτά, στο εσωτερικό του. Ο τάφος διαιρείται εσωτερικώς σε προθάλαμο και νεκρικό θάλαμο. Οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά απόκεινται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας. Ο τάφος ήταν δυστυχώς συλημμένος. Χρονολογείται κατά τον 3ο αι. π. Χ.

Ο λεγόμενος “τάφος του ιατρού”: Ο τελευταίος πλήρως ανεσκαμμένως τάφος μακεδονικού τύπου στην περιοχή είναι ο λεγόμενος “τάφος του ιατρού”. Βρέθηκε κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. Ο δρόμος, μήκους 3 μ., οδηγεί στον καμαροσκεπή νεκρικό θάλαμο, διαστάσεων 2.55×3.55 μ. Στο υπέρθυρο, είναι χαραγμένη επιγραφή, στην οποία μνημονεύεται ο ιατρός Σέξτος Ιούλιος Χαρίτων, ως ιδιοκτήτης του τάφου. Βάσει της επιγραφής, ο τάφος χρονολογείται το 74 μ. Χ.

VI. Ο Τάφος στον Τύμβο Καστά

amfipoli-endeikseis-oti-o-tafos-einai-asulitos.w_lΕικ. 7: Η είσοδος του μακεδονικού τάφου, στον τύμβο Καστά (Πηγή: Internet).

Ο λεγόμενος τύμβος Καστά βρίσκεται πλησίον του χωριού της Νέας Μεσολακκιάς. Η θέση του επισημάνθηκε το 1964, από τον Δημήτριο Λαζαρίδη. Επιστεφόταν από ένα τετράγωνο κρηπίδωμα, επί του οποίου στεκόταν ο περίφημος Λέων της Αμφιπόλεως. Στο Νοτιοανατολικό τμήμα του τύμβου, επισημάνθηκε η ύπαρξη τάφου μακεδονικού τύπου, το 2012. Ο τάφος ανασκάπτεται από την προϊσταμένη της ΚΗ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, κα. Αικατερίνα Περιστέρη. Η κα. Περιστέρη, συνεργάτις του αειμνήστου καθηγητού Δημητρίου Λαζαρίδη, έχει δημοσιεύσει τα πεπραγμένα αρκετών ανασκαφικών ερευνών, στην επετηρίδα Το Αρχαιολογικό Έργο Μακεδονίας-Θράκης (ΑΕΜΘ).

Από τις έως τώρα ανασκαφικές έρευνες, έχουν αποκαλυφθεί τρείς προθάλαμοι και η είσοδος ενός τετάρτου χώρου, ο οποίος εικάζεται οτι είναι ο ταφικός θάλαμος. Η μνημειώδης είσοδος επιστέφεται από δύο αγάλματα σφιγγών, ενώ, στο βάθος του πρώτου θαλάμου, βρέθηκαν δύο μαρμάρινα αγάλματα Κορών (ύψους 2.27 μ.), που βαστάζουν το επιστύλιο (εικ. 8). Τόσο η πτυχολογία και η λοξή διευθέτηση του ιματίου όσο και η στάση των μορφών υποδεικνύουν μία χρονολόγηση του μνημείου κατά το τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π. Χ. Η χρονολόγηση τεκμηριώνεται από την τεχνική και την τεχνοτροπία του ευρεθέντος ψηφιδωτού δαπέδου (εικ. 9), με νεκρική θεματολογία (άρμα-Ερμής προπομπός).

Καρυάτιδες-αμφίπολη-5 Εικ. 8: Ανδριάντας κόρης, από το εσωτερικό του μακεδονικού τάφου στον Τύμβο Καστά (Πηγή: Internet).

Ως προς τον ένοικο του τάφου, τα έως τώρα δημοσιευμένα στοιχεία επιτρέπουν μόνο εικασίες. Βάσει της χρονολογήσεως του τάφου, ο νεκρός πρέπει να ήταν ένα εξέχον πρόσωπο της μακεδονικής αυλής. Ο Δημήτριος Λαζαρίδης είχε εκφράσει την άποψη οτι ο τάφος ανήκε στον Λαομέδοντα, έναν εκ των ναυάρχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ωστόσο, δεν αποκλείεται η ταύτιση του μνημείου με τον Κάσσανδρο ή κάποια άλλη προσωπικότητα του υστέρου 4ου αι. π. Χ. Ελλείψει επιγραφικών τεκμηρίων, οποιαδήποτε άποψη θεωρείται αστήριχτη.

10690024_10202823378172084_3348195766659077117_n (1)

Εικ. 9: Ψηφιδωτό, από το εσωτερικό του τάφου στον τύμβο Καστά (Πηγή: Internet).

VII. Ο Λέων της Αμφιπόλεως

fig-15_PL_650Εικ. 10: Αναπαράσταση του μνημείου επί του τύμβου Καστά, με τον Λέοντα (Πηγή: www.efa.gr)

Ο Λέων της Αμφιπόλεως (εικ. 10) είναι ένας ανδριάντας που είχε στηθεί σε τετράγωνο βάθρο, στην κορυφή του τύμβου Καστά. Το βάθρο έχει διαστάσεις 9.99×9.99 μ. Το λιοντάρι επικάθεται στα οπίσθια πόδια του και ανορθώνεται μετωπικό, με τα εμπρόσθια (εικ. 11). Θεωρείται οτι συμβόλιζε την ισχύ του προσώπου για το οποίο φιλοτεχνήθηκε.

fig-17_PL_654Εικ. 11: Σχεδιαστική αποκατάσταση του μνημείου επί του τύμβου Καστά, με τον Λέοντα (Πηγή: www.efa.gr)