Tag Archives: Σύγχρονοι Λογοτέχνες

Έσβησε εχθές η περίφημη συγγραφέας Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη (1930-2016)

dsc09719

Πηγή εικόνας: www.synodoiporia.gr

Πέθανε εχθές, Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου, η συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη. Ήταν 86 ετών.

Γεννημένη στην Καβάλα το 1930, σπούδασε στη Σχολή Κοινωνικών Λειτουργών και σε σχολή δημοσιογραφίας. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1954, στο συλλογικό βιβλίοΚόκκινη κλωστή δεμένη και στη συνέχεια, στα επίσης συλλογικά έργα Παραμύθι ν’ αρχινήσει (1955) και Ο καλός φίλος (1956). Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Χελιδόνια και Διαδρομές, μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς.
Πολυγραφότατη, ανήκει στη γενιά των γυναικών, κυρίως, συγγραφέων που καλλιέργησαν μεταπολεμικά το αφήγημα με ιστορικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και φυσιολατρικό περιεχόμενο και τις βιογραφίες προσωπικοτήτων της Ιστορίας.
Άφησε ποικίλο έργο που περιλαμβάνει παραμύθια, διηγήματα, μυθιστορηματικές βιογραφίες, μυθιστορήματα, θέατρο. Στα κείμενά της η φαντασία και το χιούμορ συνδυάζονται με μια κοινωνική και ιστορική ματιά στην πραγματικότητα και στη ζωή, γεμάτη αισιοδοξία, ελπίδα και πίστη στις ανθρώπινες και χριστιανικές αξίες: Ο μικρός μπουρλοτιέρης (1965), Χορεύοντας στο δάσος (1966), Στις ρίζες της λευτεριάς (1968),Φουρφουρής ο κότσυφας (1969), Καπετάν Κώττας (1969), Ο Σπουργίτης με το κόκκινο γιλέκο (1970), Ρήγας Φεραίος. Ο τροβαδούρος τής λευτεριάς (1971), Ζήτουλας για το γένος(1971), Τα δώδεκα φεγγάρια (1971), Ο Αλέξης με το ξύλινο άλογο (1972), Το δαχτυλίδι του αυτοκράτορα (1973), Δημήτριος ο Νεομάρτυρας (1976), Εμένα με νοιάζει (1976), Ο αγέρας παίζει φλογέρα (1977), Παιχνίδι χωρίς κανόνες (1982), Συντροφιά με τον άνεμο (1983), Τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου (1985), Καυτές μνήμες από τη Σμύρνη (1985), Κατερίνα (1987),Τρελοβάπορο χωρίς τιμόνι (1987), Το φεγγάρι, το γραμματόσημο κι εγώ (1987), Ντο-ρε-μι κι ένα σκυλί (1988), Τα 24 παιδιά της Καλομάνας (1988), Πριν από το τέρμα (1988), Ο μεγάλος αποχαιρετισμός (1990), Οι μάγοι της κασέτας (1991), Είναι κανείς εδώ; (1994), Σκύλος με σπίτι (1998), Μνήμες της Σμύρνης (1998), Άφρικα Wi Mwega – Καλημέρα (2001), Κι ο κόσμος ήρθε τα πάνω κάτω (2001), Τα δώδεκα φεγγάρια (2002), Τέλος δεν έχει η αγάπη(2002), Πόσα λέει η ελιά, πόσα ακούει ο λαγός… (2005), Κομπιουτεράκι, αγάπη μου (2005),Τα παραμύθια της Γαλάτειας (2007), Οι μύθοι του Λα Φοντέν (2008), Ελάτε να διαβάσουμε παραμύθια (2012), Αγκαλιά με παραμύθια (2013), Δρόμο παίρνω… δρόμο αφήνω (2015) κ.ά.
Είχε βραβευθεί για έργα της από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Πάντοβα. Το όνομα της αναγράφηκε στον τιμητικό πίνακα του Διεθνούς Βραβείου Άντερσεν. Για το σύνολο του έργου της και την προσφορά της στην παιδική λογοτεχνία τιμήθηκε το 1980 από το Ίδρυμα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και για την προσφορά της στα ερτζιανά κύματα και στην παιδική λογοτεχνία τιμήθηκε το 2005 από την Εκκλησία της Ελλάδας.
Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη, Ψυχογιός, Ακρίτας, Άγκυρα, Αστήρ κ.ά.
Πηγή: www.tovima.gr

Γιάννης Ρίτσος

o-ritsos

      Ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Γιάννης Ρίτσος, ο οποίος αγαπήθηκε διεθνώς μέσα από τις μεταφράσεις του έργου του, γεννήθηκε την 1η Μαΐου 1909. Αναδείχθηκε ως ένας εκ των σημαντικοτέρων συγχρόνων διανοουμένων παγκοσμίως. 

     Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στην Μονεμβασία Λακωνίας. Η ζωή του Ρίτσου, κατά την παιδική του ηλικία, στη Μονεμβασία, ήταν ανέμελη και πέρασε όμορφα παιδικά χρόνια κοντά στη φύση. Η μητέρα του, που ήταν καλλιεργημένη, του έδειχνε πολλή αγάπη και τρυφερότητα. Η γιαγιά του η Άννα του έλεγε παραμύθια. Τον Σεπτέμβριο του 1925, ο Γιάννης Ρίτσος και η αδελφή του, Λούλα, πήγαν στην Αθήνα. Ο Γιάννης εργάστηκε στο γραφείο ενός συμβολαιογράφου, στη βιβλιοθήκη του οποίου γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό, τον Κωστή Παλαμά κ.ά. Λόγω ξαφνικής του ασθένειας, μετέβηκε στην Μονεμβασιά. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, είχε έτοιμες δύο ποιητικές συλλογές: Στο Παλιό μας Σπίτι και το Δάκρυα και Χαμόγελα. Τον Ιανουάριο του 1927, διαγνώστηκε ότι έπασχε από φυματίωση και εισήχθηκε στο νοσοκομείο “Σωτηρία”. Εκεί, γνώρισε τον Μαρξισμό και την Αριστερά, που επηρρέασαν βαθύτατα την σκέψη και τον ποιητικό του λόγο.

      Ένα από τα ωραιότερα -με την αρχαία σημασία του όρου (ὡραῖος= ώριμος), είναι η Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956). Απόσπασμα του ποιήματος παρατίθεται κατωτέρω:

“….Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα,

κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε

κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω

τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν

ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο

τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου,

τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα,

μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους,

δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία

ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου –

ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου….”

Κωνσταντίνος Καβάφης

Konstantinos_Kavafis

      Ένας σημαντικός Νεοέλληνας ποιητής, ο Αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Καβάφης, φεύγει από την ζωή στις 29 Απριλίου 1933. Είναι από τους πλέον διαβασμένους, καθώς χρησιμοποιεί ιδιότυπα εκφραστικά μέσα και η ποίηση του διαπνέεται από μία ελαφρά, την λεγομένη “καβαφική”, ειρωνία. Τα ποιήματα του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες. 

     Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1863, στην Αλεξάνδρεια. Ο πατέρας του, Πέτρος-Ιωάννης, ήταν πλούσιος έμπορος. Μετά τον θάνατο του πατέρα του και την σταδιακή διάλυση της οικογενειακής επιχείρησης, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αγγλία(Λίβερπουλ και Λονδίνο) όπου έμεινε μέχρι το 1876. Στην Αλεξάνδρεια, ο Kαβάφης διδάχτηκε Αγγλικά, Γαλλικά και Ελληνικά και συνέχισε την μόρφωσή του στο Ελληνικό Εκπαιδευτήριο της Αλεξάνδρειας. Έζησε επίσης για τρία χρόνια στην Πόλη (1882-1884). Το 1897 ταξίδεψε στο Παρίσι και το 1903 στην Αθήνα, χωρίς από τότε να μετακινηθεί από την Αλεξάνδρεια για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Ύστερα από περιστασιακές απασχολήσεις σε χρηματιστηριακές επιχειρήσεις, αποφάσισε να γίνει δημόσιος υπάλληλος και διορίστηκε σε ηλικία 59 χρονών στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων το 1922.

     Από το 1886 άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα επηρεασμένα από τους Αθηναίους ρομαντικούς ποιητές, χωρίς να τον έχει επηρεάσει καθόλου η στροφή της γενιάς του 80. Από το 1891, όταν εκδίδει σε αυτοτελές φυλλάδιο το ποίημα Κτίσται, και ιδίως το 1896, όταν γράφει τα Τείχη,το πρώτο αναγνωρισμένο, εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά των ώριμων ποιημάτων του. Ένα από τα πλέον γνωστά του ποιήματα είναι Η Ιθάκη:

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Τάσος Λειβαδίτης

αρχείο λήψης

 

      Το βράδυ της Αναστάσεως του 1922 (20 Απριλίου), έρχεται στην ζωή μία μεγάλη μορφή των ελληνικών γραμμάτων. Πρόκειται για τον Τάσο Λειβαδίτη. 

    Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια, μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών. Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίηση. Στο διάστημα της Χούντα των Συνταγματαρχών ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος. Αδερφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης και ανιψιός του ο ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης.

     Πέθανε το 1988. Από τα ωραιότερα ποιήματα του, είναι το “Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας”, απόσπασμα του οποίου παρατίθεται κατωτέρω:

Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.

Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.

Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ…..”

Διδώ Σωτηρίου

αρχείο λήψης

     Μία σπουδαία συγγραφέας γεννάται στις 12 Απριλίου 1909. Πρόκειται για την Διδώ Σωτηρίου. 

     Η Διδώ Σωτηρίου ήταν μεγαλύτερη αδελφή της Έλλης Παππά. Γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας και το 1909 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Σμύρνη. Ήρθε ως πρόσφυγας στον Πειραιά και κατόπιν στην Αθήνα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, όπου και σπούδασε γαλλική φιλολογία, συνεχίζοντας τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης στο Παρίσι. Το 1936 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα και ως ανταποκρίτρια του περιοδικού Νέος Κόσμος της Γυναίκας στο Παρίσι. Κατά την διάρκεια της κατοχής (1941-1944) έλαβε ενεργό μέλος στην Εθνική Αντίσταση, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες τον αντιστασιακό Τύπο. Τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το μυθιστόρημά της Ματωμένα χώματα έχει κυκλοφορήσει σε 250.000 περίπου αντίτυπα. Το 2001 η Εταιρία Ελλήνων Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο Διδώ Σωτηρίου, το οποίο απονέμεται «σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα».

Μελισσάνθη (Ήβη Κούγια – Σκανδαλάκη)

MELISSANTHI 2

 

      Μία σημαντική ποιήτρια, λιγότερο γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους αλλά με σημαντική συμβολή στην μεσοπολεμική ποίηση, γεννάται στις 7 Απριλίου 1907. Η Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη έγινε γνωστή με το ψευδωνύμιο Μελισσάνθη. 

      Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε γαλλική και γερμανική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο και στην Abendschule Αθηνών. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και καθηγήτρια γαλλικών. Ασχολήθηκε με την ποίηση και το 1930 εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή (Φωνές εντόμου). Ακολούθησαν άλλες έξι. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της τιμήθηκε[1] με τον έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1936), με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1965), με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη κ.α. Έφυγε από την ζωή στις 9 Νοεμβρίου 1990, χτυπημένη από την επάρατη νόσο. 

Μαρία Πολυδούρη

pv_29_polidouri

     Την 1η Απριλίου 1902, γεννάται μία σημαντική Ελληνίδα ποιήτρια. Πρόκειται για την μούσα του Καρυωτάκη, Μαρία Πολυδούρη. 

     Γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Στα γράμματα εμφανίστηκε σε ηλικία 14 ετών με το πεζοτράγουδο Ο πόνος της μάνας, το οποίο αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μοιρολόγια που άκουγε στη Μάνη. Στα δεκαέξι της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920, σε διάστημα σαράντα ημερών, έχασε και τους δύο γονείς της. Το 1921 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας, που μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της. Το καλοκαίρι του 1922, ο Καρυωτάκης ανακάλυψε ότι έπασχε από σύφιλη, νόσο που τότε ήταν ανίατη και αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Ενημέρωσε αμέσως την αγαπημένη του Μαρία και της ζήτησε να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, όμως εκείνος ήταν πολύ περήφανος για να δεχτεί τη θυσία της. Η Μαρία αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του και θεώρησε ότι η ασθένειά του ήταν πρόσχημα του εραστή της για να την εγκαταλείψει. Το καλοκαίρι του 1926, προσβλήθηκε από φυματίωση. Πέθανε τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930, στην Κλινική Χριστομάνου.

     Από τα αισθαντικότερα ποιήματα της, το οποίο έχει μελοποιηθεί, είναι το “Μόνο γιατί μ’αγάπησες”:

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

     

Κοσμάς Πολίτης

politis

     Ένας μεγάλος πεζογράφος φεύγει από την ζωή στις 23 Φεβρουαρίου 1974. Πρόκειται για τον Κοσμά Πολίτη, σημαντικό εκπρόσωπο της γενιάς του ’30. 

     Ο Κοσμάς Πολίτης γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου 1888. Ο πατέρας του καταγόταν από την Μυτιλήνη και η μητέρα του από το Αϊβαλί. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Σμύρνη το 1890. Ως γόνος μεσοαστικής οικογένειας, φοίτησε στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή και στο Αμερικάνικο Κολέγιο της Σμύρνης, χωρίς ποτέ να πάρει απολυτήριο. Εργάστηκε στην Τράπεζα Ανατολή και στην “Wiener Bank”. Από το 1919 ως το 1922 εργαζόταν στην “Crédit Foncier d’ Algérie et de Tunisie” της Σμύρνης.

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή εγκατέλειψε τη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι (19221923, το Λονδίνο, όπου εργαζόταν στο εκεί υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας, και τελικά την Αθήνα. Στα γράμματα εμφανίστηκε αιφνίδια, το 1930, σε ηλικία 42 ετών, ενώ ήδη είχε αξιόλογη επαγγελματική σταδιοδρομία, με το μυθιστόρημα Λεμονοδάσος. Η επιτυχία του έργου ήταν μεγάλη και προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έκανε καμία ενέργεια για να προβληθεί. Το 1944 έγινε μέλος του Κ.Κ.Ε. και το 1945 δημοσίευσε το μυθιστόρημα Το Γυρί, που αντικατοπτρίζει τους κοινωνικούς προβληματισμούς του. Ιδρυτικό μέλος της Ε.Δ.Α.

Charles Dickens

250px-Charles_Dickens_3

 

    Μία σημαντική μορφή της βρετανικής αλλά και της παγκοσμίου λογοτεχνίας γεννάται στις 7 Φεβρουαρίου 1812. Πρόκειται για τον Κάρολο Ντίκενς, ο οποίος ήκμασε κατά την Βικτωριανή εποχή. 

     Ο Κάρολος Ντίκενς ήταν γιος του Τζον Ντίκενς, δημοσίου υπαλλήλου με μικρό μισθό. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο και να εργαστεί σε εργοστάσιο βερνικιών. Στις διαθέσιμες ώρες του έγραφε διηγήματα, βάζοντας μέσα τα πρόσωπα που γνώριζε, τους ανθρώπους που συναντούσε στο δρόμο και τους τύπους που δημιουργούσε με τη γόνιμη φαντασία του, εμφυσώντας στον καθένα τη γνώριμη πνοή του Ντίκενς. Πολλά από τα μυθιστορήματά του, με το έντονο ενδιαφέρον που παρουσίαζαν για την κοινωνική μεταρρύθμιση, εμφανίστηκαν αρχικά στα περιοδικά σε συνέχειες, κάτι που εκείνη την εποχή ήταν πολύ διαδεδομένο. Το γνωστότερο έργο του είναι οι περιπέτειες του Oliver Twist (1837-39).

Κώστας Καρυωτάκης

kariot1

Ένας σημαντικός νεοέλληνας ποιητής, ο Κώστας Καρυωτάκης, γεννάται στις 30 Οκτωβρίου 1896. Ο Καρυωτάκης, εκφραστής του πεσσιμισμού στην ελληνική λογοτεχνία, έγινε διεθνώς γνωστός μέσα από τις μεταφράσεις των έργων του. 

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη. Ήταν γιός του Κρητικού Γεωργίου Καρυωτάκη και της Αικατερίνης Σκαγιάννη. Παράλληλα με τις σπουδές του στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, δημοσίευσε ποιήματα του. Σταδιοδρόμησε σε διάφορες υπηρεσίες του Δημοσίου, ως πάροχος νομικών συμβουλών. Ήδη από το 1920, συνδέθηκε ερωτικά με την επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Ο Καρυωτάκης έπασχε από ανίατο αφροδίσιο νόσημα και γι’ αυτό αυτοκτόνησε (21 Ιουλίου 1928). 

Ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του είναι Η Μυγδαλιά:

Κι ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω
πῶς μπορεῖ νὰ πεθάνει μία γυναῖκα
ποὺ ἀγαπιέται.

Ἔχει στὸν κῆπο μου μιὰ μυγδαλιὰ φυτρώσει
κι εἶν᾿ ἔτσι τρυφερὴ ποὺ μόλις ἀνασαίνει·
μὰ ἡ κάθε μέρα, ἡ κάθε αὐγὴ τηνε μαραίνει
καὶ τὴ χαρὰ τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει.

Κι ἀλοίμονό μου! ἐγὼ τῆς ἔχω ἀγάπη τόση…
Κάθε πρωὶ κοντά της πάω καὶ γονατίζω
καὶ μὲ νεράκι καὶ μὲ δάκρυα τὴν ποτίζω
τὴ μυγδαλιὰ πού ῾χει στὸν κῆπο μου φυτρώσει.

Ἄχ, τῆς ζωούλας της τὸ ψέμα θὰ τελειώσει·
ὅσα δὲν ἔχουν πέσει, θὰ τῆς πέσουν φύλλα
καὶ τὰ κλαράκια της θὲ ν᾿ ἀπομείνουν ξύλα.
Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει

Κι ὅμως ἐγὼ ὁ φτωχὸς τῆς εἶχ᾿ ἀγάπη τόση…